χλανίσκιον
χλανίσκιον, a cloaklet
χλᾰνίσκιον, τό,
- Dim. of foreg., Ar. Ach. 519, Aeschin. 1.131; ὑπὸ τοὐμὸν κοιμωμένη χ. Alciphr. 1.38.
χλανίσκιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de *χλανίσκος, lui-même dim. de χλανίς, Ar. Ach. 519 ; Eschn. 18, 30.
χλανίσκιον, τό, dim. von χλανίσκος ; Ar. Ach. 493 ; Aesch. 1.131 ; Sp.
χλανίσκιον
χλᾰνίσκιον, ου, τό,
Dim. of χλανίς
- a cloaklet, Ar., Aeschin.: so χλανισκίδιον, ου, τό, Ar.