χλανισκίδιον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape χλᾰνισκίδιον, τό, = χλανίσκιον, Ar. Pax 1002 (anap.). χλανισκίδιον, ου (τὸ) [ᾰῐδ] dim. de χλανίσκιον, Ar. Pax 1002. χλανισκίδιον -ου, τό, demin. van χλανίσκιον, manteltje. χλανισκίδιον, τό, dim. von χλανίδιον, μικρόν Ar. Pax 967, u. Sp.