χλανιδίσκιον
χλᾰνιδ-ίσκιον, τό,
- = χλανίδιον, Aristaenet. 1.11 (nisi leg. χλανισκίδιον).
χλανιδίσκιον, ου (τὸ) [ᾰῐ] dim. du préc. Aristén. 1, 11.
χλανιδίσκιον, τό, dim. von χλανίς, Aristaen. 1.11. Vgl. χλανισκίδιον.