χριστοκάπηλος Save Bailly 2024 Pape χριστο·κάπηλος, ου (ὁ) [ᾰ] qui trafique du Christ, Naz. p. 178. Étym. Χρ. κάπηλος. χριστοκάπηλος, = χριστέμπορος, K.S.