χριστοκίνητος Save Bailly 2024 Pape χριστο·κίνητος, ος, ον [κῑ] mû, c. à d. inspiré par le Christ, Naz. 3, 444. Étym. Χρ. κινέω. χριστοκίνητος, von Christus bewegt, K.S.