χρυσοστέπτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape χρῡσο-στέπτωρ, ορος, ὁ, ἡ, = sq., Man. 4.39. χρυσο·στέπτωρ, ορος (ὁ, ἡ) [ῡ] c. le suiv. Man. 4, 39. Étym. χρ. στέφω. χρυσοστέπτωρ, [ῡ], ορος, = χρυσοστέφανος, Maneth. 4.39.