Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψυχροποιέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψυχραντικός
ψυχρασία
ψύχρευμα
ψυχρεύομαι
ψυχρηλατέω
ψυχρήλατος
ψυχρία
ψυχρίζω
ψυχριστός
ψυχροβαφής
ψυχρογραφέω
ψυχροδοσία
ψυχροδόχος
ψυχροθερμοφύσησος
ψυχροκαυτήρ
ψυχροκοίλιος
ψυχροκόμψευμα
ψυχρολογέω
ψυχρολογία
ψυχρολόγος
ψυχρολουσία
ψυχρολούσιον
ψυχρολουτέω
ψυχρολούτης
ψυχρολουτητέον
ψυχρολουτρέω
ψυχρομιγής
ψυχρομυθουργία
ψυχρόομαι
ψυχροπαγής
ψυχροποιέω
ψυχροποιητικός
ψυχροποιός
ψυχροποσία
ψυχροποτέω
ψυχροπότης
ψυχρός
ψυχρόσαρκος
ψυχροσταγής
ψυχρότης
ψυχροτροφέω
ψυχροϋδρία
ψυχροφαντάσματα
ψυχροφόβος
ψυχροφόρον
ψυχροφόρος
ψυχρόω
ψυχρῶς
ψύχω
ψύχωσις
ψυχώτρια
ψυχωφέλεια
ψυχωφελής
ψυχωφέλιμος
ψύω
ψχέντ
ψῶ
ψώα
ψῴα
ψώδη
ψῶζα
…
ψυχροποιέω
Save
Pape
ψυχροποιέω
,
kühl, kalt machen, abkühlen, erkälten
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}