Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψῴα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψυχρόομαι
ψυχροπαγής
ψυχροποιέω
ψυχροποιητικός
ψυχροποιός
ψυχροποσία
ψυχροποτέω
ψυχροπότης
ψυχρός
ψυχρόσαρκος
ψυχροσταγής
ψυχρότης
ψυχροτροφέω
ψυχροϋδρία
ψυχροφαντάσματα
ψυχροφόβος
ψυχροφόρον
ψυχροφόρος
ψυχρόω
ψυχρῶς
ψύχω
ψύχωσις
ψυχώτρια
ψυχωφέλεια
ψυχωφελής
ψυχωφέλιμος
ψύω
ψχέντ
ψῶ
ψώα
ψῴα
ψώδη
ψῶζα
ψωθία
ψωθίον
ψωΐα
ψώϊζος
ψωκτός
ψωλή
ψωλήκυσθος
ψωλόεις
ψωλός
ψώλων
ψωμάριον
ψώμηξ
ψωμίζω
ψωμίον
ψωμίς
ψώμισμα
ψωμισμός
ψωμόδουλος
ψωμοκολακεύω
ψωμοκόλαξ
ψωμοκόλαφος
ψωμόλεθρος
ψωμοποιός
ψωμοπωλεῖον
ψωμός
ψώρα
ψωραγριάω
ψωραλέος
…
ψῴα
Save
Bailly 2024
ψῴα,
ας
(
ἡ
)
odeur infecte, puanteur,
EM.
819, 41
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}