ψυχροποιητικός Save Bailly 2024 Pape ψυχρο·ποιητικός, ή, όν, qui donne froid, Méd. Étym. ψ. ποιέω. ψυχροποιητικός, ή, όν, zum Kaltmachen, Abkühlen geeignet, geschickt.