ἀέτειος
ἀέτειος, of the eagle
ἀέτειος [ᾱ], ον, (ἀετός)
- of the eagle, πτερόν Suid.
de águila
πτερὸν καὶ κρέας
γονή
ἀέτειος, vom Adler, Sp.
ἀέτειος, of the eagle
de águila
πτερὸν καὶ κρέας
γονή