ἀερσιπόδης
ἀερσι-πόδης, ου, ὁ,
- = ἀερσίπους, Nonn. D. 10.401.
que alza el pie, rápido
ἀερσι·πόδης, ου (ὁ) [ῐ] c. ἀερσίπους, Nonn. D. 10, 401.
ἀερσιπόδης, [ῐ] Fuß hebend, ansteigend, κισσός Nonn. D. 10.401.