ἀέρωσις
ἀέρωσις, rarefaction
ἀέρωσις, ἡ,
- rarefaction, αἵματος Gal. 10.742.
1 medic. rarefacción, aireación
αἵματος
2 fís. pérdida de densidad, rarefacción
ἐκ σοῦ ... τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα ὑφέστηκεν ... τῇ πυκνώσει καὶ ἀερώσει γινόμενα