ἀγέρομαι
reunirse, juntarse, agruparse, de pers.
ἑσπερίους δ' ἐπὶ νῆα θοὴν ἀγέρεσθαι ἀνώγει
γυναικῶν ... αἳ ... ἐπημάτιαι ἀγέρονται
• de peces
ἄλλοι δὲ περί πρώρην ἀγέρονται
ἀγέρομαι (seul. prés.) [ᾰ] forme réc. c. ἀγείρομαι, A. Rh. 3, 895 ; Opp. H. 3, 378.