ἀγακτιμένη
ἀγακτιμένη, well-built
ἀγα-κτῐμένη, poet. fem.
- = εὐκτιμένη, well-built or placed, πόλις Pi. P. 5.81.
ἀγα-κτιμένη
poet. = εὐκτιμένη
- well-built or placed, πόλις Pind.