ἀγαλλιάζω
1 tarent. mofarse, injuriar Hsch.
2 v. med. regocijarse, exultar
ὁ ἀγαλλι[α]ζόμενος ἐν κοιλίᾳ μητρός
ἀγαλλιαζόμεθα ... ὅτι ἐκήγερται X(ριστό)[ς
1 tarent. mofarse, injuriar Hsch.
2 v. med. regocijarse, exultar
ὁ ἀγαλλι[α]ζόμενος ἐν κοιλίᾳ μητρός
ἀγαλλιαζόμεθα ... ὅτι ἐκήγερται X(ριστό)[ς