ἀγαλακτία
ἀγαλακτία, want of milk
ἀγᾰλακτία, ἡ,
- want of milk, Autocr. 3.
falta de leche
ἀμνοὶ δὲ βληχάζουσιν ὑπ' ἀγαλακτίας
ἀγαλακτία, ἡ, Poll. 3.30, = ἀγαλαξία.
ἀγαλακτία, want of milk
falta de leche
ἀμνοὶ δὲ βληχάζουσιν ὑπ' ἀγαλακτίας