Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἀγανορίδας
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀγαμμεύς
ἄγαμος
Ἀγαμός
ἄγαν
ἄγανα
ἁγάνα
Ἀγανάγαρα
Ἀγαναγόρα
ἀγανακτέω
ἀγανάκτησις
ἀγανακτητέον
ἀγανακτητέος
ἀγανακτητικός
ἀγανακτητός
ἀγανακτικός
ἀγανακτικῶς
ἀγάνεται
Ἀγάνζαβα
ἀγανηδά
ἀγάνημαι
Ἀγανίππη
Ἀγάνιππος
ἀγάννα
ἀγάννιφος
ἀγανοβλέφαρος
ἀγανόμματος
ἀγανόν
ἀγανορ
ἀγανόρειος
ἀγανορία
Ἀγανορίδας
ἀγανός
ἄγανος
Ἄγανος
ἀγανοφροσύνη
ἀγανόφρων
Ϝαγανόω
ἀγανώπης
ἀγανῶπις
ἀγάνωρ
ἀγανῶς
ἀγάνωτος
ἀγάομαι
ἀγαπάζω
Ἀγαπαῖος
ἀγαπατός
ἀγαπάω
ἀγαπέω
ἀγάπη
ἀγάπημα
ἀγαπήνωρ
Ἀγαπήνωρ
ἀγάπησις
ἀγαπησμός
ἀγαπητέον
ἀγαπητέος
ἀγαπητικός
ἀγαπητικῶς
ἀγαπητός
Ἀγαπητός
ἀγαπήτρια
…
Ἀγανορίδας
Save
DGE
Ἀγᾱνορίδας
-α, ὁ
• Prosodia: [ᾰγᾱνορῐ-]
dór.
Agenórida
,
hijo de Agénor
, B.19.46.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}