ἀγκιστρώδης
ἀγκιστρώδης, hook-shaped, barbed
ἀγκιστρ-ώδης, ες,
- = ἀγκιστροειδής, Plb. 34.3.5, D.S. 5.34, Str. 1.2.16.
arponado
ἐπιδορατίς
σαύνια
ὀδόντες
de un monstruo
ἀγκιστρώδης, ης, ες, c. ἀγκιστροειδής, Pol. 34, 3, 5 ; DS. 5, 34 ; Str. 24.
Étym. ἄγκ. -ωδης.
ἀγκιστρώδης, = ἀγκιστροειδής, DS. 5.34.