ἀγκλίνω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀγκλίνω, and ἄγκλιμα, τό, poet. for ἀνακλ-. ἀγκλίνω, v. ἀνακλίνω. ἀγκλίνω, = ἀνακλίνω.