ἀγκρεμάννυμι
ἀγκρεμάννυμι, v. ἀνακρεμάννυμι.
†ἀγκρεμάννυμι
[ἀγ-, ἀνα- 2.]
Aor. pple. fem. ἀγκρεμάσασα.
To hang up on.
With dat.: χιτῶνα πασσάλῳ Od. 1.440.
[ἀγ-, ἀνα- 2.]
Aor. pple. fem. ἀγκρεμάσασα.
To hang up on.
With dat.: χιτῶνα πασσάλῳ Od. 1.440.