ἀγρωστήρ Save LSJ DGE ἀγρ-ωστήρ, ῆρος, ὁ, = -ώστης, S. Ichn. 33:—also ἀγρ-ώστωρ, ορος, ὁ, Nic. Al. 473. ἀγρωστήρ -ῆρος, ὁ campesino S.Fr.314.39 (ap.crít.).