ἀγωνισμός
ἀγωνισμός, rivalry
ἀγων-ισμός, ὁ,
- rivalry, Th. 7.70.
1 rivalidad
πρὸς ἀλλήλους
ἦν ὁ ἀ. αὐτῶν πολύτροπος
2 fig. combate, lucha
περιέμενον ἰδεῖν τὸν σὸν ἀγωνισμόν
ἀγωνισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] lutte, combat, Thc. 7, 70.
Étym. ἀγωνίζομαι.
ἀγωνισμός, ὁ, Wetteifer, πρὸς ἀλλήλους Thuc. 7.70 ; Sp.
ἀγωνισμός
ἀγωνίζομαι
- rivalry, Thuc.