Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγωίλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγχοῦ
ἀγχούρης
ἄγχουρος
ἀγχοῦρος
Ἄγχουρος
ἄγχουσα
ἀγχουσάριον
ἀγχουσίζομαι
ἄγχραν
ἀγχράνασθαι
ἄγχτησις
Ἀγχύδριος
ἀγχύνωψ
ἄγχω
ἀγχωμαλέω
ἀγχωμαλία
ἀγχώμαλος
ἀγχωμάλως
ἄγω
ἀγῶ
ἁγώ
ἀγωγαῖος
ἀγωγεῖον
ἀγωγεύς
ἀγωγή
ἀγώγημα
ἀγωγικά
ἀγώγιμος
ἀγώγιον
ἀγωγός
ἀγωίλιον
ἀγών
Ἀγών
Ἀγωναλεῖς
Ἀγωνάλια
ἀγωνάριον
ἀγωνάρχης
ἀγώναρχος
Ἄγωνες
ἀγώνη
ἀγωνία
ἀγωνιάζομαι
ἀγωνιάτης
ἀγωνιάω
ἀγωνίζομαι
ἀγωνικός
ἀγώνιος
Ἀγωνίς
ἀγώνισις
ἀγώνισμα
ἀγωνισμός
ἀγωνιστέον
ἀγωνιστήρ
ἀγωνιστήριος
ἀγωνιστής
ἀγωνιστικός
ἀγωνιστικῶς
ἀγωνίστρια
ἀγωνοδίκης
ἀγωνοθεσία
ἀγωνοθετέω
…
ἀγωίλιον
Save
LSJ
ἀγωίλιον, τό,
= ἀωίλιον,
PSI
4.423.6, al. (iii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}