ἀθήρατος
ἀθήρατος, not caught
ἀθήρ-ᾱτος, ον,
- not caught, or not to be caught, Opp. C. 1.514, Ael. NA 1.4. Longus 2.4; τὰ ἀ. ἐκθηρᾶσθαι Max.Tyr. 6.3.
incazable
τὰ ἀθήρατα θηρᾶν
ἀ·θήρατος, ος, ον [ρᾱ] insaisissable, El. N.A. 1, 4 ; Lgs 2, 4.
Étym. ἀ. θηράω.
ἀθήρατος, [ρᾱ], nicht zu fangen, Ael. H.A. 1.4.