ἀθανατισμός
ἀθανατισμός, gift of immortality
ἀθᾰνᾰτ-ισμός, ὁ,
- gift of immortality, ὁ διὰ τῆς δόξης ἀ. D.S. 1.1.
inmortalidad
ὁ διὰ τῆς δόξης ἀ.
ἀθανατισμός, οῦ (ὁ) [ᾱᾰᾰ] action d’immortaliser ou de s’immortaliser, DS. 1, 1.
Étym. ἀθανατίζω.
ἀθανατισμός, ὁ, Unsterblichkeit, DS. 1.1.