ἀθάμβητος
ἀθάμβητος, free from alarms
ἀθάμβ-ητος, ον,
- free from alarms, PMag.Par. 1.1064.
libre de temor
διαφύλαξόν με ... ἀθάμβητον ἐπὶ τὸν τῆς ζωῆς μου χρόνον
ἀθάμβητος, free from alarms
libre de temor
διαφύλαξόν με ... ἀθάμβητον ἐπὶ τὸν τῆς ζωῆς μου χρόνον