ἀθεμιτουργός Save DGE Bailly 2024 Pape ἀθεμιτουργός -όν que comete actos impíos Hld.8.9.12. ἀθεμιτουργός, ός, όν [ῐ] criminel, Hld. 8, 9. Étym. ἀθέμιτος, ἔργον. ἀθεμιτουργός, ὁ, Frevler, Sp.