About Report a problem

Menu

ἀθέριστος

ἀθέριστος, not reaped

ἀθέριστος, ον,
  • = ἀφρόντιστος, Zonar.
      • 2 Act., χαλκὸς ἀ., i.e. ὁ ἀθερίζων καὶ οὐδενὸς ἔχων λόγον, A. Fr. 128 (cod. -ιτον).
    • II (θερίζω) not reaped, Thphr. HP 8.11.4, PTeb. 72.372 (ii B. C.), PFay. 112.13 (i A. D.).

Saved

Recent