ἀκίσκλη
ἀκίσκλη, chisel
ἀκίσκλη, ης, ἡ,
- chisel, BGU 1028.13 (ii A. D.).
cincel
ἀκισκλῶν ... πρὸς χρείαν τὼν τοὺς στύλ[ους ἐ]ργαζ[ο]μένων λαξῶν
ἀκίσκλη, chisel
cincel
ἀκισκλῶν ... πρὸς χρείαν τὼν τοὺς στύλ[ους ἐ]ργαζ[ο]μένων λαξῶν