About Report a problem

Menu

ἀκιρός

ἀκιρός, weak

ἀκῐρός, όν (Aeol. ἄκῐρος, α, ον),
  • weak, sc. γυνή, Theoc. 28.15; πτέρυγες Nic. Al. 559; v.l. Hes. Op. 435 (Sup.), cf. EM 48.50. Adv. ἀκιρῶς· εὐλαβῶς, ἀτρέμας, Hsch.
    • II ἀκιρός· ὁ βορρᾶς, Id.

Saved

Recent