ἀκρωτηρίασμα
ἀκρωτηρίασμα, mutilation
ἀκρωτηρί-ασμα, τό,
- mutilation, Hsch. s.v. τομία, Sch. A.R. 4.477.
ἀκρωτηρίασμα, τό, die äußersten Gliedmaßen, Sp., wie Schol. Ap.Rh. 4.478.