Ἀκταιονίς Save DGE Bailly 2024 Ἀκταιονίς -ίδος de Acteón σκύλαξ AP 7.206 (Damoch.). Ἀκταιονίς, ίδος, adj. f. d’Actéon, Anth. 7, 206. Étym. Ἀκταίων.