ἀκωμῴδητος
ἀκωμῴδητος, not ridiculed
ἀκωμῴδητος, ον,
- not ridiculed. Adv. -τως Luc. VH 1.2
ἀκωμῴδητος
a_privat, κωμῳδέω
- not ridiculed: adv. -τως, Luc.