ἀλειμματώδης
ἀλειμματώδης, unctuous
ἀλειμμ-ατώδης, ες,
- unctuous, Hp. Steril. 235.
oleoso, untuoso
ἀλειμματῶδες ποιέειν
ἀλειμματώδης, ης, ες [ᾰᾰ] semblable à un onguent, Hpc. 685, 16.
Étym. ἄλειμμα, -ωδης.
ἀλειμματώδης, ες, salbenartig, Hippocr.