ἄλεισον
ἄλεισον, a cup, goblet
ἄλεισον [ᾰ], τό,
- cup, goblet, = δέπας (Ath. 11.783a), χρύσειον Il. 11.774, Od. 3.50, al.; περιστείχοντος ἀλείσου Call. Aet. 1.1.13 [Fr. 178.13 Pf.]:—masc. ἄλεισος Ar. Fr. 623.
- II hip-socket, Marsyas ap. Ath. 11.479c.
1 vaso, copa
ἔχε δὲ χρύσειον ἄ.
τόδε δέξαι ἐμεῦ πάρα καλὸν ἄλεισον
περιστείχοντος ἀλείσου τὸ τρίτον
δέπας
2 anat. isquion Marsyas 23.
ἄλεισον, ου (τὸ) [ᾰ]
1 vase tourné ou ciselé, Il. 11, 774 ; Od. 3, 50 ; Call. fr. 109 ||
2 emboîture de la hanche, Marsyas (Ath. 479c).
ἄλεισον, τό, Becher, Apoll. Lex.Hom. 23.8 ἄλεισον ποτηρίου γένος τετορνευμένου, κατʼ ἀπόφασιν τῆς λειότητος, also mit erhabener Arbeit ; Asclepiad. Myrl. bei Athen. 11.24 ἄλεισον ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἄγαν λεῖον εἶναι, ἢ ὅτι ἁλίζεται ἐν αὐτῷ τὸ ὑγρόν ; es ist = δέπας ; Od. 3.50, 53 vgl. v. 41, 46, 51, 63 ; ἄμφωτον Od. 22.9 = δέπας v. 17 ; plur. ἄλεισα 15.469 ; sonst bei Hom. nur in der Form ἄλεισον ; Il. 11.774, 24.429, Od. 4.591, 8.430, 15.85.
ἄλεισον
τό.
A drinking-cup (= δέπας) Il. 11.774, Il. 24.429: Od. 3.50, 53, Od. 4.591, Od. 8.430, Od. 15.85, 469, Od. 22.9.
ἄλεισον : tankard, usually costly; χρύσεον, ἄμφωτον, Od. 22.9.
ἄλεισον
Deriv. unknown.
- a cup, goblet, χρύσειον Hom.