ἀλησμόνητος
ἀλησμόνητος, unforgotten
ἀλησμόνητος, ον,
- unforgotten, IG 3.3446.
inolvidable
κυμητίριον (sic) ... τῆς ἀλησμονήτου μνήμης Σωσάννας
ἀλησμόνητος, unforgotten
inolvidable
κυμητίριον (sic) ... τῆς ἀλησμονήτου μνήμης Σωσάννας