ἀλογοειδής
ἀλογοειδής, irrational
ἀλογο-ειδής, ές,
- = ἀλογώδης, irrational, ἀ. τὴν ψυχήν Dam. Pr. 401.
fil. irracional
ἀλογοειδῆ ἢ σωματοειδῆ τὴν ψυχήν
ἀλογοειδής, irrational
fil. irracional
ἀλογοειδῆ ἢ σωματοειδῆ τὴν ψυχήν