ἀλοητής Save ἀλοητής, thresher LSJ DGE ἀλο-ητής, οῦ, ὁ, thresher, PLond. 1.131r619 (i A.D.). ἀλοητής -οῦ, ὁ trillador ἀλοητῇ ἀλοῶντι σὺν Φίβ[ει SB 9699.619 (I d.C.), cf. ἀλοιητήρ.