ἀμβολά
ἀμβολά, poet. > ἀναβολή
ἀμβολά, ἡ, poet. for ἀναβολή.
ἀμβολά, v. ἀναβολή.
ἀμβολά
- 1striking up ἁγησιχόρων ὁπόταν προοιμίων ἀμβολὰς τεύχῃς ἐλελιζομένα P. 1.4
ἀμβολά
poetic for ἀναβολή