ἀμβλυωσμός Save LSJ Bailly 2024 ἀμβλυ-ωσμός, ὁ, v.l. for -ωγμός in Hp. Prorrh. 1.18. ἀμβλυωσμός, οῦ (ὁ) c. ἀμβλυωγμός, Hpc. Prorrh. 108.