ἀμβροσιώδης
ἀμβροσιώδης, ambrosial, fragrant
ἀμβροσι-ώδης, ες,
- ambrosial, fragrant, φυτά Corp.Herm. 18.11 (Sup.).
1 que tiene la fragancia de la ambrosía
χεῖρες αὐτῷ αἱ ἀκτῖνες τὰ τῶν φυτῶν ἀμβροσιωδέστατα πρῶτον ἀποδρεπόμεναι
2 que da inmortalidad
πηγή
τροφή