About
Menu

ἄμβρυττοι

ἄμβρυττοι, shell-fish

ἄμβρυττοι,
  • kind of shell-fish (cf. βρύττοι), Hsch. ἀμβρυχαί· αἱ τῶν χειρῶν ἐμβολαί, Id.

Saved

Recent