Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀμπελοτόμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀμπέλιος
ἀμπελίος
ἀμπελίς
Ἀμπελίς
ἈμπελιτάϜων
ἀμπελιτικός
ἀμπελῖτις
ἀμπελίων
Ἀμπελίων
Ἀμπελιῶται
ἀμπελογενής
ἀμπελόδεσμος
ἀμπελόεις
ἀμπελοεργ-
ἀμπελοεργής
ἀμπελοεργός
ἀμπελοῖνος
ἀμπελόκαρπον
ἀμπελόκλημα
ἀμπελοκλημία
ἀμπελοκομία
ἀμπελομιξία
ἀμπελοποιία
ἀμπελόπρασον
ἄμπελος
Ἄμπελος
ἀμπελοσκάφος
ἀμπελοστατέω
ἀμπελοτέμνω
ἀμπελοτόμον
ἀμπελοτόμος
ἀμπελοτρόφος
ἀμπελουργεῖον
ἀμπελουργέω
ἀμπελούργημα
ἀμπελουργία
ἀμπελουργική
ἀμπελουργικός
ἀμπελουργός
ἀμπελοφάγος
ἀμπελοφόριμος
ἀμπελοφόρος
ἀμπελοφύλαξ
ἀμπελόφυλλον
ἀμπελοφύτης
ἀμπελόφυτος
ἀμπελοφύτωρ
ἀμπελοχελώνη
ἀμπελώδης
ἀμπελών
ἀμπελωνίδιον
ἀμπελωνοθέσιον
ἀμπελωργ-
ἀμπέμπω
ἀμπεπαλών
ἀμπεπαρμένος
ἀμπερές
ἀμπερέως
ἀμπέσσαι
ἀμπετάννυμι
Ἀμπετεύς
…
ἀμπελοτόμος
Save
DGE
ἀμπελοτόμος
-ον
δρέπανον ἀ.
podadera
,
SEG
4.648.11 (II a.C.), Hsch.s.u.
βίσβης
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}