Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀμπελοφόριμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀμπελογενής
ἀμπελόδεσμος
ἀμπελόεις
ἀμπελοεργ-
ἀμπελοεργής
ἀμπελοεργός
ἀμπελοῖνος
ἀμπελόκαρπον
ἀμπελόκλημα
ἀμπελοκλημία
ἀμπελοκομία
ἀμπελομιξία
ἀμπελοποιία
ἀμπελόπρασον
ἄμπελος
Ἄμπελος
ἀμπελοσκάφος
ἀμπελοστατέω
ἀμπελοτέμνω
ἀμπελοτόμον
ἀμπελοτόμος
ἀμπελοτρόφος
ἀμπελουργεῖον
ἀμπελουργέω
ἀμπελούργημα
ἀμπελουργία
ἀμπελουργική
ἀμπελουργικός
ἀμπελουργός
ἀμπελοφάγος
ἀμπελοφόριμος
ἀμπελοφόρος
ἀμπελοφύλαξ
ἀμπελόφυλλον
ἀμπελοφύτης
ἀμπελόφυτος
ἀμπελοφύτωρ
ἀμπελοχελώνη
ἀμπελώδης
ἀμπελών
ἀμπελωνίδιον
ἀμπελωνοθέσιον
ἀμπελωργ-
ἀμπέμπω
ἀμπεπαλών
ἀμπεπαρμένος
ἀμπερές
ἀμπερέως
ἀμπέσσαι
ἀμπετάννυμι
Ἀμπετεύς
ἀμπετής
ἀμπέτιξ
ἀμπέφευγα
ἀμπεφλασμένως
ἀμπεχές
ἀμπέχογκος
ἀμπεχόνη
ἀμπεχόνιον
ἀμπέχονον
ἀμπέχω
…
ἀμπελοφόριμος
Save
DGE
ἀμπελοφόριμος
-ον
productor de viñas
γῆ
PMasp
.151.105 (VI a.C.), 313.43.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}