ἀμπερές
ἀμπερές, v. διαμπερής.
ἀμπερές, Hom. Il. 11.377, 17.309, Od. 21.422 διὰ δʼ ἀμπ., Tmesis für διαμπερές ; – ἀμπερέως EM. Meineke in Philyll. com. bei Poll. 10.58.
ἀμπερές
[ἀμπείρω.]
Passing through.
With διά (cf. διαμπερές): διὰ δʼ ἀ. ἰὸς κατέπηκτο Il. 11.377. Cf. Il. 17.309: Od. 21.422.
ἀμπερές : always διὰ δʼ ἀμπερές, see διαμπερές.