ἀμφιτόρνωτος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀμφι-τόρνωτος, η, ον, = foreg., Lyc. 704. ἀμφι·τόρνωτος, ος, ον, tressé en une corde arrondie, Lyc. 704. Étym. ἀ. τορνόω. ἀμφιτόρνωτος, rund gedreht, βρόχος Lyc. 704.