ἀναβαθμίς
ἀναβαθμίς, step, stair
ἀναβαθ-μίς, ίδος, ἡ,
- step, stair, LXX Ex. 20.26.
escalón LXX Ex.20.26.
ἀναβαθμίς, ίδος (ἡ) c. le suiv. Spt. Ex. 20, 26.
ἀναβαθμίς, ίδος, ἡ, die Stufe, LXX.
ἀναβαθμίς, step, stair
escalón LXX Ex.20.26.