ἀναβάσταξις Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀναβάστ-αξις, ἡ, gloss on ἀνακωχή, Gal. 19.79. ἀναβάσταξις glos. a ἀνακωχή Gal.19.79. ἀναβάσταξις, εως (ἡ) action de porter en l’air, Gal. 2, 84. Étym. ἀναβαστάζω.