ἀνασειστικός Save ἀνασειστικός, exciting LSJ DGE ἀνα-σειστικός, ή, όν, exciting, τοῦ ὄχλου Eust. 211.7. ἀνασειστικός -όν agitador τοῦ ὄχλου Eust.211.7.