ἀνασιμαίνομαι Save LSJ DGE Pape ἀνασῑμαίνομαι, = ἀνασιμόω, Poll. 2.73. ἀνασιμαίνομαι husmear Poll.2.73. ἀνασιμαίνομαι, [ῑ], schnüffeln, s. ἀνασιμόω, Poll. 2.73 ἀνασιμήνασθαι.